Ο κατακερματισμός είναι μια διαδικασία που χρησιμοποιεί έναν αλγόριθμο (όπως ο MD5, ο SHA-1 ή ο SHA-2) για να δημιουργήσει ένα μοναδικό αναγνωριστικό –έναν «κατακερματισμό»– για ένα αρχείο με βάση τα δεδομένα του. Δύο πανομοιότυπα αρχεία θα έχουν πάντα τον ίδιο κατακερματισμό. Ομοίως, δύο διαφορετικά αρχεία θα έχουν πάντα διαφορετικούς κατακερματισμούς, ακόμη και αν η διαφορά μεταξύ των δύο αρχείων είναι ελάχιστη. Οι κατακερματισμοί των αρχείων που διαπιστώθηκε ότι παραβιάζουν υλικό που προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα μπορούν να προστεθούν σε «μαύρες λίστες», οι οποίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τις υπηρεσίες αποθήκευσης στο νέφος για τον εντοπισμό, τον αποκλεισμό και την κατάργηση μη εξουσιοδοτημένων αρχείων.
Ο σκοπός του κατακερματισμού είναι η αναγνώριση διαφορετικών αντιγράφων του ίδιου ψηφιακού αρχείου. Αρχικά, ένας αλγόριθμος χρησιμοποιείται για την αντιστοίχιση μιας μοναδικής σειράς χαρακτήρων, που ονομάζεται «κατακερματισμός», στο ψηφιακό αρχείο και ο κατακερματισμός αυτός αποθηκεύεται σε μια βάση δεδομένων κατακερματισμού. Στη συνέχεια, ένα δεύτερο ψηφιακό αρχείο υποβάλλεται στην ίδια διαδικασία κατακερματισμού και ο προκύπτων κατακερματισμός συγκρίνεται με αυτόν που είναι ήδη αποθηκευμένος στη βάση δεδομένων κατακερματισμού για να διαπιστωθεί αν τα αρχεία ταιριάζουν ακριβώς.
Ο κατακερματισμός χρησιμοποιείται κυρίως για την ευρετηρίαση περιεχομένου, την ασφάλεια κωδικών πρόσβασης, την ανίχνευση κακόβουλων αρχείων, όπως οι ιοί, ή το τμήμα παράνομου περιεχομένου, όπως η προώθηση τρομοκρατικών ενεργειών ή η εκμετάλλευση ανηλίκων. Όσον αφορά το υλικό που προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα, οι κατακερματισμοί χρησιμεύουν για τον εντοπισμό, τη σύγκριση και την αποτροπή της μεταφόρτωσης ψηφιακού περιεχομένου που έχει ήδη καταργηθεί λόγω παραβίασης πνευματικών δικαιωμάτων.
Είναι δύσκολο να δοθούν συγκεκριμένες απαιτήσεις υλοποίησης για τον κατακερματισμό, καθώς υπάρχουν πολλές διαφορετικές τεχνικές και αλγόριθμοι κατακερματισμού που μπορούν να χρησιμοποιηθούν, οι οποίοι απαιτούν διαφορετικά ποσά υπολογιστικής ισχύος. Οι περισσότερες μέθοδοι κατακερματισμού είναι κρυπτογραφικές (κατά τις οποίες δύο διαφορετικά αρχεία, αν και πολύ παρόμοια, θα έχουν εντελώς διαφορετικούς κατακερματισμούς), αλλά υπάρχουν και μέθοδοι αντιληπτικού κατακερματισμού (κατά τις οποίες δύο σχεδόν πανομοιότυπα αρχεία, για παράδειγμα παρόμοιες εικόνες, θα έχουν παρόμοιους κατακερματισμούς). Τούτου λεχθέντος, το πλεονέκτημα του κατακερματισμού είναι ότι μπορεί να εφαρμοστεί σε ήδη υπάρχον περιεχόμενο. Οι κατακερματισμοί μπορούν να διαμοιραστούν και να χρησιμοποιηθούν από όλα τα διαφορετικά μέρη που χρησιμοποιούν την ίδια διαδικασία κατακερματισμού και την ίδια βάση δεδομένων κατακερματισμού. Το μειονέκτημα, ωστόσο, είναι ότι ο κατακερματισμός αναγνωρίζει μόνο το ίδιο πανομοιότυπο αρχείο και όχι το περιεχόμενό του.
Ο κατακερματισμός απαιτεί περιορισμένη επένδυση, καθώς υπάρχουν διαθέσιμες λύσεις ανοικτού κώδικα. Επιπλέον, καθώς οι βάσεις δεδομένων κατακερματισμού αποθηκεύουν μόνο μια σειρά χαρακτήρων και όχι ολόκληρο το αρχείο, απαιτούν λιγότερους υπολογιστικούς πόρους και λιγότερους πόρους μνήμης.